Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

«Εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα»


 του Παντελή Μπουκάλα

Στη μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και στην ποίησή τους, από την «Ιλιάδα» ώς τη χαμένη τραγωδία του Αισχύλου με τον τίτλο «Ψυχοστασία», και στην αγγειογραφία τους βέβαια, εμφανίζεται ο Δίας να ζυγίζει τις μοίρες των ανθρώπων στη χρυσή του ζυγαριά, ώστε να αποφασίσει ακριβοδίκαια ποιος από τους ήρωες θα κατέβει στον Αδη και ποιος θα παραμείνει για λίγο ακόμα στον απάνω κόσμο. Θνητοί εμείς, δεν έχουμε τέτοια εξουσία και δεν μας επιτρέπεται τέτοιας μορφής ψυχοστασία, να ζυγίζουμε ζωές, μοίρες, ψυχές και να προχωρούμε σε τελεσίδικες αποφάσεις. Κι ωστόσο, η μέτρηση, η ζύγιση, η στάθμιση είναι μια από τις συνηθέστερες πρακτικές του βίου των ανθρώπων, ατομικού και συλλογικού, και μάλιστα αρκετά πριν οι διάφορες επιστήμες τον τεμαχίσουν από την πολλή ερμηνευτική τους όρεξη για να εγκλωβίσουν τα κομμάτια του σε κουτάκια με αριθμούς και ποσοστά, τα οποία εμφανίζονται σαν ισοδύναμα της αληθείας.

Μετράμε και ζυγίζουμε λοιπόν. Συνήθως με σοβαρότητα ή σοβαροφάνεια, και σπανιότατα με τον τρόπο του Αριστοφάνη στους «Βατράχους», όπου παρωδώντας, και ελέγχοντας εμμέσως την εξουσία του Δία ή την πίστη των ανθρώπων στην εξουσία του Δία, έβαλε τον Διόνυσο να ζυγίζει στίχους των ποιητών σαν να ζύγιζε τυρί («ανδρών ποιητών τυροπωλήσαι τέχνην»). Και, ζυγίζοντας και συγκρίνοντας, πέφτουμε καμιά φορά σε μια κάπως αυτάρεσκη μελαγχολία, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, πολλά χρόνια πριν, όταν δήλωνε ότι στην Ελλάδα νιώθει σαν τάνκερ στη λίμνη των Ιωαννίνων, για να βρει μιμητές σαφώς μικρότερου βεληνεκούς από το δικό του αλλά πολύ μεγαλύτερης υπεροψίας. Αλλοτε πάλι οδηγούμαστε σε δογματικά συμπεράσματα, όπως ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν, που, όπως είδαμε την περασμένη Κυριακή, υπέβαλε τηλεγραφικά στον Γιώργο Σεφέρη, το 1964, το ερώτημα-βεβαιότητα «Γιατί είναι ασήμαντη η σημερινή Ελλάδα», για να λάβει μια μετρημένη και διπλωματικά ειρωνική απάντηση. Την εποχή εκείνη, θυμίζω, εκτός από τον Σεφέρη δρούσαν ο Ελύτης, ο Ρίτσος, ο Αναγνωστάκης, ο Σαχτούρης, ο Θεοδωράκης, ο Ιάνης Ξενάκης, ο Τσιτσάνης, ο Μάνος Χατζιδάκις αλλά κι ο Μανόλης Χατζηδάκης, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας, ο Τσαρούχης, ο Σβορώνος, ο Καστοριάδης, ο Κώστας Αξελός και ο Κώστας Παπαϊωάννου, ο Μινωτής, η Παξινού, ο Κουν κι όσοι άλλοι έρχονται στο νου όταν μας παίρνει η νοσταλγία κι αρχίζουμε το παραπονιάρικο «τότε που υπήρχαμε...». Τότε που, ωστόσο, για τους ξένους, και τους πιο ευαίσθητους, ήμασταν «ασήμαντοι πολιτισμικά». Και το ’60, υποτίθεται πως η Ελλάδα πως «εστάθη εν ζυγώ και ευρέθη υστερούσα», για να θυμηθούμε τη Βίβλο.


Δεν είναι λίγοι, στις μέρες μας πια, όσοι εμφανίζονται εξίσου βέβαιοι με τον Σουηδό σκηνοθέτη για την ασημαντότητα της χώρας μας· μάλιστα, όσοι ανάμεσά τους καμαρώνουν για τη μετριοπάθειά τους, μετά βίας κρύβουν την επιθυμία τους να είχαν γεννηθεί κάπου αλλού, μια και εδώ ασφυκτιούν και δεν έχουν την ευκαιρία να αναπτύξουν όλο το ταλέντο τους. Ακόμα περισσότεροι είναι όσοι καταδέχονται μεν να συμφωνήσουν πως η Ελλάδα δεν είναι παντελώς ανάξια, σπεύδουν όμως να κηρύξουν πως οι κάτοικοί της είναι ουτιδανοί, τραγικά ανεπαρκείς για το κλέος που τους φόρτωσε η ιστορία, θαρρείς και δεν μας δίδαξε η ίδια η αρχαιότητα ότι τα τείχη μιας πόλης, η ψυχή και ο πλούτος της, είναι οι άνθρωποί της. Αυτό το κλέος λοιπόν, το αρχαίο, το κληρονομημένο, βιάζονται να βάλουν ορισμένοι στον έναν δίσκο της ζυγαριάς τους. Τοποθετώντας στον άλλο δίσκο τη σημερινή Ελλάδα, όπως οι ίδιοι την εννοούν, καταλήγουν αναπόφευκτα στο καταδικαστικό συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε πια στο τελευταίο σκαλί στου καλού (και όχι του παλαμικού κακού) τη σκάλα· έσχατοι οι κάποτε πρώτοι, είμαστε λέει ώριμοι να υποβιβαστούμε από την πρώτη κατηγορία των εθνών, δεδομένου ότι δεν έχουμε και πολλές δυνατότητες να πάρουμε τον ανήφορο. Αλλά με την ίδια εσφαλμένη και ταυτόχρονα πλανερή «συγκριτική» μέθοδο, και οι σημερινοί Ιταλοί θα αισθάνονται ασήμαντοι μπροστά στη δόξα της αρχαίας Ρώμης, και οι Αγγλοι, οι Γάλλοι, οι Ολλανδοί, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι, οι Ρώσοι, οι Γερμανοί, οι Αυστριακοί, οι Σέρβοι, οι Τούρκοι θα νιώθουν μετριότατοι μπροστά στις αυτοκρατορίες των προγόνων τους. Και όλοι μαζί θα αναζητούν μια κάποια εξήγηση στη γενεαλόγηση της παρακμής σπό τον Ησίοδο: πρώτα εμφανίστηκε το χρυσό γένος, έπειτα το αργυρό, το χάλκινο, τέταρτο το γένος των ηρώων, πέμπτο το σιδερένιο.

Από τη μια, λοιπόν, την αξία της σημερινής Ελλάδας, που είναι υπαρκτή και δεν οφείλεται μόνο στα μνημεία και στη φύση, την υποβαθμίζουν μέχρι μηδενισμού (μέχρι δηλαδή να την παραπετάξουν στην κατηγορία «σκουπίδια» που έχουν κατασκευάσει οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης) όσοι έχουν θαμπωθεί τόσο πολύ από τα φώτα της Εσπερίας (και δεν εννοώ τα πνευματικά) ώστε, ακόμα κι αν το ίδιο πράγμα συμβαίνει ή υπάρχει κι εδώ όπως ακριβώς σε κάποια δυτική χώρα, δεν το διακρίνουν, επειδή δεν θέλουν να το διακρίνουν· αν κάνουν μια τέτοια παραχώρηση, θα απειληθεί το ίδιο τους το σχήμα. Από την άλλη, τη σημερινή Ελλάδα –την πραγματική δηλαδή, γιατί άλλη από αυτήν που τώρα φτιάχνουμε από κοινού δεν υπάρχει– την απαξιώνουν όσοι έχουν φτάσει να πιστεύουν ότι το βλακώδες αθλητικό σλόγκαν «ο πρώτος είναι πρώτος κι ο δεύτερος ένα τίποτα» έχει αντίκρισμα και στην Ιστορία, σαν νόμος απαράβατος. Αν λοιπόν επιμένεις να ζεις στον χώρο της ονειροφαντασίας, της πίστης ότι στην πατρίδα σου μόνο πρωτιές και αριστεία αξίζουν εις τους αιώνας των αιώνων, τότε εν ονόματι της ιδεοληψίας και της πλαναισθησίας σου καταλήγεις να περιφρονείς και να χλευάζεις ό,τι όντως υπάρχει.

Δηλαδή τι; Για να εκτιμήσουμε τον τόπο μας και να τον αγαπήσουμε, πρέπει «να είναι ο ομορφότερος στον κόσμο», όπως ακούμε να λέγεται δεξιά και αριστερά, θαρρείς και έγιναν ή είναι δυνατό να γίνουν καλλιστεία χωρών; Για να σκύψουμε στην ιστορία μας, να διαβάσουμε, να προσπαθήσουμε να ψευτολύσουμε κάποιους από τους πολλούς κόμπους που μας κληροδότησε, χρειάζεται να «είναι η πλουσιότερη ιστορία στον πλανήτη»; Είναι ανάγκη να ανακηρύξουμε τη γλώσσα μας «μουσικότερη και πλουσιότερη όλων των γλωσσών του κόσμου», και βέβαια «μάνα τους», ώστε να την τιμήσουμε με την αγάπη μας και με τον κόπο μας την ώρα που τη γράφουμε ή τη μιλάμε; Χρειάζεται να πιστέψουμε πως τα γονίδιά μας είναι νικηφόρα, μόνο αυτά στη Γη στην οικουμένη, ή πως έχουμε την καλύτερη αναλογία πληθυσμού/μεταλλίων παγκοσμίως, ώστε να ανέβει κάπως ο δείκτης της αυτοεκτίμησής μας (και ταυτόχρονα να κατρακυλήσει ο δείκτης του αυτοσαρκασμού μας, που πρέπει να ’ναι πολύ πάνω από το μηδέν αν θέλουμε να τα πάμε καλά στο δύσκολο μάθημα της αυτογνωσίας); Για να σεβαστούμε τον τόπο μας και να τον πονέσουμε, προαπαιτείται να πιστέψουμε πως ήταν, είναι και θα είναι ο ομφαλός του κόσμου; Αν χρειάζονται όλα αυτά, τότε ή λάθος μορφή αγαπάμε ή απλώς λέμε ότι την αγαπάμε.

Πηγή : http://www.kathimerini.gr  

Δεν υπάρχουν σχόλια: