Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Το πολιτικό βιβλίο αντιστέκεται στην κρίση

 
«Υπάρχει πράγματι μια μικρή, ιδιαίτερη κίνηση, έτσι θα τη χαρακτήριζα, ιδιαίτερη, στα βιβλία που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την κρίση», μου εκμυστηρεύεται, σχεδόν συνωμοτικά, η γνωστή βιβλιοπώλης της «Εστίας» Μαρία Παπαγεωργίου. Είναι ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα Παρασκευής και καθόμαστε σε μια στριμωγμένη άκρη πίσω από τον πάγκο του σχεδόν άδειου βιβλιοπωλείου. Ο βόμβος του ανοιχτού υπολογιστή σιγοντάρει τη συζήτηση, την οποία διακόπτουν περιστασιακά χτυπήματα του τηλεφώνου: Παραγγελίες βιβλίων, κυρίως από την επαρχία. Επαναλαμβάνω για άλλη μια φορά το ερώτημα που έθεσα από το πρωί σε πέντε-έξι βιβλιοπώλες.
«Η προδιαγραφόμενη και για πολλούς ήδη συντελούμενη οικονομική κρίση έχει άραγε στρέψει το υπάρχον μικρό, συνεκτικό, αλλά αφοσιωμένο βιβλιόφιλο ελληνικό κοινό προς κάποιο συγκεκριμένο είδος βιβλίων; Οι δυσχερείς περιστάσεις σπρώχνουν ορισμένους αναγνώστες προς το πολιτικό δοκίμιο, τα βιβλία ιστορίας ή οικονομίας; Υπάρχει κόσμος που προβληματίζεται και ψάχνει να καταλάβει την εποχή ή τα μελλούμενα ανατρέχοντας σε βιβλία, καθώς δεν αρκείται στις πληροφορίες και στις αναλύσεις της τηλεόρασης και των εφημερίδων;».

Ο ξένος ανταποκριτής Χέμινγουεϊ

Οι ανταποκρίσεις του μεγάλου συγγραφέα, ανάμεσά τους κι αυτές που έστειλε από το μικρασιατικό μέτωπο και την Ανατολική Θράκη, αποκαλύπτουν ότι ήταν και δημοσιογράφος πρώτης γραμμής.

«Mπήκα στη δημοσιογραφία για να γίνω συγγραφέας» είχε πει κάποτε η Οριάνα Φαλάτσι. Δεν ήταν ασφαλώς η πρώτη, και η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη ανάλογα παραδείγματα. Και από τα χαρακτηριστικότερα, θα λέγαμε, υπήρξε η περίπτωση του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η έκδοση των αντιπροσωπευτικότερων δημοσιογραφικών του κειμένων δεν πιστοποιεί μόνο τη στενή σχέση ανάμεσα στη δημοσιογραφική και στη λογοτεχνική γραφή, αλλά και αποδεικνύει ότι ένα κατ΄ εξοχήν δημοσιογραφικό είδος (το ρεπορτάζ) μπορεί να διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, δηλαδή, κατά τον αφορισμό του Εζρα Πάουντ, να είναι «είδηση που παραμένει είδηση» και αν υπάρχει το αντίστοιχο ταλέντο, να αξιοποιείται στην πεζογραφική αφήγηση κατά τον καλύτερο δυνατόν τρόπο.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

Παρουσίαση του βιβλίου του Κ. Γουσίδη "Ο καλός χριστιανός" στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον

Το βιβλίο παρουσίασαν ο Δημήτρης Στεφανάκης, συγγραφέας (Μέρες Αλεξάνδρειας-Συλλαβίζοντας το καλοκαίρι) και η Έφη Ριζά-Σκύφα, φιλόλογος. Απόσπασμα από την παρουσίαση του βιβλίου στο Βιβλιοκαφέ Έναστρον από την κ. Έφη Ριζά-Σκύφα.

Από επαγγελματική διαστροφή και μόνο ένα βιβλίο με έλκει ή με απωθεί από τις πρώτες σελίδες κιόλας, πριν καν μπω στην υπόθεση, από τη γλώσσα του και μόνο. Το βιβλίο του κ. Γουσίδη έχει γλωσσική αρτιότητα και εύκολα αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης ότι ο άνθρωπος αυτός ξέρει ελληνικά, γνωρίζεται με τις λέξεις, έχει μυηθεί στο περιεχόμενό τους. Δεν αντιγράφει κοινότοπες εκφράσεις, αλλά συνειδητά ή ασύνειδα επιλέγει μία-μία τις λέξεις του για να διαμορφώσει το λόγο του. Δεν ξέρω αν η ζωή του κινείται στο «γράψε-σβήσε» ή αν ο λόγος προκύπτει αβίαστα, ξέρω όμως ότι ρέει φυσικά και αυτό επιτρέπει στον αναγνώστη να παρακολουθεί εύκολα τη σκέψη του αφηγητή.

"Χαρίζω τα βιβλία μου!" του Ηλία Μαμαλάκη

Όλη μου τη ζωή την έζησα δυνατά και τρέχοντας. Ό,τι κι αν έκανα προσπάθησα να το κάνω καλά και προσπαθώ ακόμα. Αγάπησα πολλά μικρά πραγματούδια και έκανα μικρές και μεγάλες συλλογές, από πράγματα που είναι αδιάφορα σε όλους, όπως μπαστούνια από όλο τον κόσμο, άλλα απλά απλούστατα και άλλα περίτεχνα. Καπέλα από όλο τον κόσμο, μικρές μινιατούρες καραβιών, γατούλες από κάθε υλικό, μαχαίρια και σπαθιά, 300 σουγιάδες απ’ όλο τον κόσμο και βιβλία, πολλά βιβλία. Τα μάζεψα όλα με πάθος και ξαφνικά σε τούτη την ηλικία βλέπω ότι με βαραίνουν.
Κάποτε ξεκινούσα για ταξίδι με μια ξέχειλη βαλίτσα, computer, φωτογραφικές μηχανές, περίτεχνα αξεσουάρ ταξιδιού, κουβαλούσα σαν το γαϊδούρι. Μέχρι που κάποια στιγμή κατάλαβα ότι μπορείς να λήψεις από το σπίτι σου για αρκετές μέρες κουβαλώντας μαζί σου δυο εσώρουχα, μια αλλαξιά ρούχα και λίγο tide για να πλένεις τα βρώμικα το βράδυ στο νιπτήρα του ξενοδοχείου σου. Με τα λίγα αποκτάς ελευθερία, με τα πολλά σκλαβώνεσαι.
Θέλω λοιπόν να διαθέσω πολλά από τα βιβλία μου. Δεν θέλω να τα δώσω σε παλιατζήδες, σε ψυχρούς εμπόρους που θα μου δώσουν μια δεκάρα εμένα και αυτοί θα τα πουλήσουν δυο δεκάρες. Δεν θέλω τα βιβλία μου να εκπορνευθούν.
Θέλω να τα χαρίσω σε ανθρώπους που τα θέλουν, θέλω να πάνε σε κάποια βιβλιοθήκη που θα τα ξεφυλλίσουν κάποιοι ενδιαφερόμενοι και επειδή είναι και βαριά και πολλά θα πρέπει όποιοι ενδιαφέρονται να έρθουν να τα πάρουν αφού πρώτα συνεννοηθούμε.

Η νύχτα που η Τιενανμέν βάφτηκε κόκκινη

Eίκοσι ένα χρόνια κλείνουν σήμερα από τα γεγονότα στην πλατεία της Τιενανμέν που συγκλόνισαν την ανθρωπότητα. Η 4η Ιουνίου του 1989 πέρασε για πάντα στην ιστορία ως η μέρα που γράφτηκε η «Τραγωδία της Τιενανμέν».